ασυγκάλυπτος

ασυγκάλυπτος
-η, -ο
επίρρ. εκείνος τον οποίο δε θέλει ή δεν μπορεί κανείς να συγκαλύψει, να αποκρύψει: Η παραβίαση θεμελιωδών άρθρων του συντάγματος είναι πια ασυγκάλυπτη.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ασυγκάλυπτος — η, ο (Μ ἀσυγκάλυπτος, ον) αυτός που δεν έχει ή που δεν μπορεί να συγκαλυφθεί, ο φανερός …   Dictionary of Greek

  • Χάινε, Χάινριχ — (Heine, Ντίσελντορφ 1797 Παρίσι 1856). Γερμανός ποιητής και συγγραφέας. Σπούδασε νομικά στη Βόνη και έζησε μέσα στο ρομαντικό κλίμα. Ο Άουγκουστ Βίλχελμ Σλέγκελ ήταν δάσκαλος και σύμβουλός του. Αλλά ήδη από το νεανικό του έργο Ο ρομαντισμός… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”